Kimolia Blog

all the small things

Category: Απόψεις

Δε θέλω μαύρα μόρτες… Θέλω μπλου-τζιν!

 

Έχουν γραφτεί πάρα πολλά αυτές τις μέρες για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη… Κάποια που είναι ήδη γνωστά και άλλα που ίσως να ακούγονται για πρώτη φορά. Από το πάρτι στη Βουλιαγμένη, το Woodstock της Ελλάδας, ως τα Μικροαστικά που αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος αυτού του δίσκου (ή και το χρώμα του!), πέρα από την καθαρά μουσική του αξία, βλέπει πόσο τεράστιο  ήταν αυτό που έκανε ο Κηλαηδόνης μαζί με τον Νεγρεπόντη και όσους ακόμη μπλέχτηκαν σε αυτόν. 

Κι όμως, αυτό που είναι διάχυτο και που σου μένει, είναι η σχεδόν καθολική εκτίμηση και αποδοχή όλων προς το πρόσωπο ενός ανθρώπου που ήταν τόσα μα τόσα πολλά. Μουσικός, τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός, μπλουζίστας και τζαζίστας όπως έλεγε και στο γνωστό άσμα… Και αρχιτέκτονας και άλλα πολλά! Η Κιμωλία είχε κι αυτή την σχέση της, τη σύνδεση της με τον Λουκιανό. Ο Λουκιανός ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που πάτησαν το πόδι τους στο οίκημα της Κιμωλίας μερικές μέρες μετά την ενοικίαση του το Σεπτέμβρη του 2011.  

Αρκετά χρόνια πριν η Κιμωλία υπάρξει σαν καφέ, όταν υπήρχε ίσως μόνο σαν σκέψη, η μαμά Κατερίνα δούλευε στο πατάρι του Λουκιανού, στη μουσική σκηνή του στο θέατρο Μεταξουργείο. Σε εκείνο το χώρο που ήταν τόσο απόλυτα δικός του, ποτισμένος με την δημιουργικότητα του και με τα τραγούδια του. Και έτσι, όταν αποκτήσαμε τον δικό μας χώρο, μας ανταπέδωσε την επίσκεψη για να δει την αρχή του δικού μας ταξιδιού και να μας συμβουλέψει. 

Ήταν λίγο πιο παλιά, κάπου στο 2006 που πάτησα το πόδι μου για πρώτη φορά στο πατάρι του θεάτρου Μεταξουργείο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τον Λουκιανό και την Άννα, τους ήξερα σα μακρινούς συγγενείς και τους είχα συναντήσει σε κάποιες οικογενειακές συναθροίσεις. Και τελικά σκέφτομαι πως ακόμα κι αν ο Λουκιανός ήταν θείος μου, νομίζω πως η συγγένεια που είχε με όλους όσοι άκουσαν τα τραγούδια του (και τα κατανόησαν), ήταν στενότερη και ισχυρότερη από αυτή. 

Θυμάμαι ακόμα να μένω με το στόμα ανοιχτό την πρώτη φορά που πέρασα την πόρτα του θεάτρου και ανέβηκα τα σκαλιά για το πατάρι, νιώθοντας μέσα μου κάποια περίεργη συνομωσία, σαν να μπαίνω σε κάποιο κρυφό μπαρ στη Νέα Ορλεάνη, σα να μπαίνω σε έναν άλλο κόσμο. Ανέβηκα τα σκαλιά και κοίταξα το χώρο με τη μικρή σκηνή στη μια του άκρη και τα τραπέζια με το μεγάλο μπαρ στο βάθος. Την μεγάλη "τρύπα" που έβλεπε αφ'υψηλού το θέατρο της Άννας και εκείνη την ωραία καβάτζα, στο μικρό διαδρομάκι κολλητά στον τοίχο απέναντι από την σκηνή, από όπου είχες την καλύτερη θέα όλου του χώρου.

Σε αυτό το πόστο που κατέληξα να αράζω κάθε φορά που πήγαινα να δω το πρόγραμμα του. Τα τραγούδια (αρκετά τουλάχιστον) τα ήξερα έτσι κι αλλιώς από πριν. Μα δεν τα ήξερα όλα. Σε κάθε παράσταση, ο χώρος γέμιζε με φωνές, ασφυκτικά σχεδόν. Με ανθρώπους όλων των ηλικιών, και προς έκπληξη μου τότε, ανθρώπους και στην ηλικία μου. Ο Λουκιανός, είχε φανατικούς θαυμαστές. Τόσο μεγαλύτερους σε ηλικία όσο και παιδιά που δεν είχαν γεννηθεί όταν έβγαζε τα γνωστότερα των τραγουδιών του. Διάολε, παιδιά που γεννήθηκαν ακόμα και 10-15 χρόνια μετά από εκείνους τους δίσκους. 

Όταν έμπαινε στο χώρο, ο κόσμος ησύχαζε για ένα σύντομο δευτερόλεπτο και μετά ξεσπούσε σε χειροκροτήματα. Και εκείνος, ανέβαινε στη σκηνή σα να μη συνέβαινε τίποτα, σήκωνε το χέρι για να ευχαριστήσει και καθόταν στο πιάνο για να ξεκινήσει να παίζει. Οι νότες χτυπούσαν στους τοίχους και αναπηδούσαν σε όλο τον χώρο και τα τραγούδια έμπαιναν σε σειρά. Κι ενώ νόμιζα ότι τα ήξερα όλα, πάντα υπήρχε ένα ή και περισσότερα που μου είχαν διαφύγει και έπιανα τον εαυτό μου να λέει "ναι ρε συ, κι αυτό του Λουκιανού είναι". 

"Μια μέρα μιας Μαίρης", "Θα κάτσω σπίτι", "Το πάρτι", "Που βαδίζουμε κύριοι" (ακόμα απορώ πως θυμόταν απέξω τα λόγια κάθε φορά), "Νύχτα Καταστροφής", "Ένα γουρούνι λιγότερο", "Αχ Ρίτα", "Κολλήγα γιός", "Ύμνος των μαύρων σκυλιών", "Τα θερινά σινεμά", "Ο μικρός ήρωας", "Ο Βόμπιρας κι ο Μόμπιρας" και άλλα τόσα… Μουσικές οικείες και στίχοι φαινομενικά απλοί μα ουσιαστικοί και πολύπλοκοι ταυτόχρονα. Βρέθηκα πολλά βράδια σε εκείνο το πατάρι περιμένοντας τη μάνα να σχολάσει και κάθε φορά ανακάλυπτα κάτι νέο. Έναν στίχο που δεν είχα προσέξει ή ένα μέρος της μουσικής που δεν είχα εκτιμήσει όσο έπρεπε. Και κάθε φορά που η μουσική σταματούσε και κατέβαινα τα σκαλιά, κάπου εκεί στη μέση τους, πριν φτάσω στο ισόγειο, ένιωθα σα να περνάω από μια άλλη διάσταση πάλι πίσω στην διάσταση όλων των υπολοίπων. 

Ήδη από το 2003 περίπου, είχα αρχίσει να παιδεύω και να παιδεύομαι με κάτι στιχάκια. Και ήταν τότε, το 2006 που ζήτησα από τον Λουκιανό να μιλήσουμε για να ζητήσω την άποψη του για όσα έγραφα. Πρώτη φορά οι δύο μας, πρώτη φορά για τόσο χρόνο και για ένα θέμα τόσο διαφορετικό. Θυμάμαι να μπαίνω στο θέατρο και να βρίσκω ένα τραπέζι δίπλα, στο εστιατόριο της Άννας, περιμένοντας τον να κατέβει. Εκεί, απέναντι από το μικρό του ομοίωμα που με κοιτούσε επίμονα σα να με τσεκάρει, μέχρι να έρθει εκείνος. Με μερικά στιχάκια τυπωμένα στον υπολογιστή (που τόσο αταίριαστα έμοιαζαν στην περίσταση, μα δεν προλάβαινα να τα αντιγράψω με το χέρι) και ένα τετράδιο για σημειώσεις, για να μην ξεχάσω ούτε λέξη. 

Κατέβηκε από το σπίτι, με ένα τζιν και ένα μπουφάν και ήρθε προς το μέρος μου. Η κουβέντα που ακολούθησε είναι δική μου και δική του και δεν είναι για κοινοποίηση. Ο χρόνος κύλησε σα νερό και κάθε ώρα συμπυκνώθηκε στο δεκάλεπτο. Κουβέντες για τον Γκάτσο, για το πως πρέπει να γράφει κανείς, κάπως όπως στο τραγούδι του "Προς νέο συνθέτη". Με έναν τόνο σταθερό, ήρεμο και πράο, χωρίς εκρήξεις ή φαμφάρες. Με μια απλότητα που δυστυχώς δε την έχουν στις μέρες μας άνθρωποι που δεν έχουν κάνει ούτε το ένα χιλιοστό από όσα κατάφερε εκείνος.

Στο τετράδιο δεν έγραψα ποτέ. Δε μπορούσα γιατί με κοιτούσε μέσα στα μάτια με πραγματικό ενδιαφέρον. Δε γινόταν να χάσω δευτερόλεπτο αυτής της επαφής. Το μόνο που σημείωσα ήταν να αγοράσω τα άπαντα του Γκάτσου για να τα μελετήσω, όπως και έκανα. Ο Λουκιανός είχε μια ικανότητα να σου μιλάει και να σε κάνει να αισθάνεσαι πως αυτό που συζητάτε εκείνη τη στιγμή ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Και πως δεν υπήρχε κανένας άλλος εκείνη τη στιγμή που να έχει περισσότερη σημασία από τον συνομιλητή του. Τουλάχιστον έτσι ένιωθα εγώ κάθε φορά που μιλούσαμε, είτε για ένα λεπτό είτε για μια ώρα. 

Διαβάζοντας τον Γκάτσο, κόλλησα ακόμα περισσότερο στο πατάρι για το επόμενο διαστημα. Και όταν μετά από λίγους μήνες που μπήκα φαντάρος, πήρα μαζί και τα Φανταρίστικα του Λουκιανού. Στο μεσοδιάστημα, χάθηκα. Τον είδα στο Μέγαρο Μουσικής, τον είδα και σε ένα Ηρώδειο αν θυμάμαι καλά, αλλά ποτέ ξανά στο πατάρι. Τουλάχιστον τον άκουγα συνεχώς. Τελευταία, όταν έμαθα για τις περιπέτειες με την υγεία του, άρχισα να συνειδητοποιώ την πιθανότητα τα πράγματα να μην πάνε καλά. Και τελικά έτσι έγινε. Τώρα, λίγες ώρες μετά την αναχώρηση του, εύχομαι να μπορούσα να κάτσω για άλλη μια φορά στην καβάτζα στο πατάρι και να τον δω πάλι να ανεβαίνει ράθυμα στο πιάνο του, να γνέφει για ευχαριστώ και να παίζει ένα κομμάτι. Έστω ένα. Κι αν δεχόταν παραγγελιές, οπως πολύ συχνά γινόταν, θα διάλεγα τη Χαμηλή Πτήση

Τούτο το κείμενο δεν είναι κάποιος επίλογος. Κι αν είναι στενάχωρο ίσως, είναι γιατί η αξία που έχουμε συνδέσει όλοι μας με τον Λουκιανό είναι τόσο μεγάλη που η φυσική της απώλεια προκαλεί θλίψη. Μα στην ουσία, δε φεύγει ακόμα. Δε θα φύγει ποτέ. Όχι όσο κάποιος μπαμπάς τραγουδά στο παιδί του το "Αν όλα τα παιδιά της γης", και όχι όσο θα μυρίζει το αγιόκλιμα και το γιασεμί σε κάποιο θερινό σινεμά. Όχι όσο κάθε φορά που όταν σκεφτόμαστε ότι την επόμενη μέρα έχουμε να σηκωθούμε νωρίς, θα βρίσκουμε τον εαυτό μας να συνεχίζει το ρεφρέν από το τραγούδι του… Τούτο το κείμενο δεν είναι επικήδειος, τον επικήδειο του τον είχε γράψει ήδη εκείνος, αρκετά χρόνια πριν, και είχε δώσει σαφές οδηγίες. 

Aν ποτέ πεθάνω αν λέμε, αν
κάψτε ένα πιάνο κι ένα μπουφάν.

Καίτε ένα αμάξι κάθε δειλινό (ξένο)
θέλω και τάξη, θέλω και χαμό.

Δε θέλω φιέστες ούτε φωνές
τρεις μαζορέτες μ’ άσπρες στολές, 
ξανθούλες.

Και κάποια μπάντα στο πουθενά
να παίζει "τα θερινά σινεμά".

Θέλω ένα πάρτι μες στο γκαζόν
κάποια Τετάρτη ίσως μ’ άπειρα γκαρσόν.

Θα `χει ποτά για όλους πιειτε ένα τζιν
δύο βότκες και δε θέλω μαύρα μόρτες
θέλω μπλου-τζιν.

Αν μπορώ να φτάσω εκεί που είσαι, έστω και με τη σκέψη μου, να ξέρεις ότι γράφω ακόμα κι ακόμα μελετάω τον Γκάτσο. "Και για ότι γίνει, θα φταις (κι) εσύ"

ΝΠ

Stand Up Comedy: Mathioudakis – Theodoropoulos

Παρακολουθώντας αρκετά χρόνια ξένο stand up comedy, έχω περάσει ατέλειωτες ώρες στο Youtube με τους George Carlin, Louis CK, Jerry Seinfeld, Robin Williams και Ricky Gervais, που απαρτίζουν το δικό μου top-5 ξένων stand up comedians. Γι' αυτό το λόγο, όταν συνειδητοποίησα πριν μερικά χρόνια ότι η Ελλάδα αποκτά αργά και σταθερά τη δική της stand up σκηνή, χάρηκα ιδιαίτερα και άρχισα να παρακολουθώ ότι προλάβαινα και μπορούσα, είτε από κοντά, είτε online. Το δικό μου "βάπτισμα του πυρός", ήταν η παράσταση του Δημήτρη Δημόπουλου, με τίτλο "Αντί Διδακτορικού".

Από τότε, έχω παρακολουθήσει αρκετές παραστάσεις και έχω ξεχωρίσει τους δικούς μου αγαπημένους Έλληνες stand up comedians, σε ένα top-5 το οποίο μεγαλώνει συνεχώς όσο ανακαλύπτω νέα πρόσωπα. Έχω γελάσει πάρα πολύ με τη δουλειά του Αριστοτέλη Ρήγα αλλά και σε εμφανίσεις του Γιώργου Χατζηπαύλου και πρόσφατα, είδα τον Λάμπρο Φισφή από κοντά, στην παράσταση "Δες το Θετικό", η οποία ήταν τρομερή!  Στην Κιμωλία, είχαμε τη χαρά, πριν μερικά χρόνια να εμφανιστεί σε ένα event που είχαμε φιλοξενήσει, ο Κώστας Μαλλιάτσης, ο οποίος ήταν επίσης πάρα πολύ καλός!

Τις προάλλες, με αφορμή το δεύτερο Avaton International Comedy Festival, βρέθηκα στο Θέατρο Άβατον (Ευπατρίδων 3, Γκάζι), για να παρακολουθήσω την παράσταση των Βύρωνα Θεοδωρόπουλου και Μιχάλη Μαθιουδάκη, με τίτλο "Double Bill". Τους είχα δει σε παραστάσεις για τα παιδιά της Unicef στο θέατρο Μιχάλης Κακογιάννης και τους ήξερα ήδη, αλλά δεν είχα ποτέ την ευκαιριά να δω κάποια full παράσταση. Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση τους, μπορώ να πω με σιγουριά ότι πρόκειται για δύο από τους καλύτερους έλληνες stand up comedians που μπορείτε να παρακολουθήσετε. 

Η παράσταση αποτελούνταν από τρια μέρη. Στο πρώτο έπαιξε ο Μιχάλης Μαθιουδάκης και στο δεύτερο πήρε ένα μεγάλο κομμάτι χρόνου ο Βύρωνας Θεοδωρόπουλος πριν έρθει πάλι στη σκηνή ο Μιχάλης για να κλείσει και την παράσταση. Πριν οτιδήποτε άλλο, να πω ότι ΔΕΝ πρόκειται για ένα stand up comedy show στο οποίο σκοπός του κωμικού είναι να ξεφτιλίσει το κοινό για να βγάλει γέλιο. Αυτό δεν έγινε σε κανένα σημείο της παράστασης. Και αν αυτός είναι ο λόγος που δεν πηγαίνετε σε αντίστοιχες παραστάσεις, μάλλον θα πρέπει να το σκεφτείτε ξανά, αφού κανείς από τους προαναφερθέντες δεν βασίζει το κείμενο του σε τέτοιες τακτικές. Οπότε δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να αποφεύγετε το stand up comedy. 

 

Τα κείμενα και των δύο ήταν πανέξυπνα και πολύ καλοδουλεμένα. Οι στάσεις του "ταξιδιού" των δύο κωμικών, μας πήγαν πίσω στα παιδικά μας χρόνια αλλά και στην εφηβεία μας. Μίλησαν για μαρμελάδες τίγκα στα συντηρητικά, για οικογενειακές ιστορίες, για πράγματα που μας εκνευρίζουν στην καθημερινότητα μας αλλά και για το διαχρονικό σύνθετο-χρονοντούλαπο της μαμάς. Μας έκαναν να γελάσουμε με αναφορές στην τέχνη του barista και στην λάγνη γοητεία του καναπέ και μίλησαν για τη στάση των αντρών απέναντι στη γενική καθαριότητα του σπιτιού. Ένα μωσαϊκό κειμένων και αντιλήψεων για πράγματα και καταστάσεις, φαινομενικά ασύνδετο και τυχαίο, μα τελικά πολύ καλά δουλεμένο και "εσκεμμένο", με αρκετό χώρο για αυτοσχεδιασμό και ανατροπές. 

Το πιο σημαντικό που αποκομίζει κανείς από τέτοιες παραστάσεις, είναι ότι οι κωμικοί αυτού του είδους, έχουν μια ικανότητα να μιλούν για πράγματα κοινά σε όλους, με έναν τρόπο τόσο ευθύ και με μια ιδιαίτερα μοναδική κωμική ματιά. Μιλάνε για πράγματα που όλοι μας βλέπουμε και αγγίζουμε κάθε μέρα, μα πότε δε καταφέρνουμε να βάλουμε αυτό το πρίσμα πάνω τους. Αυτό το κωμικό πρίσμα που ανακαλύπτει τρόπους να διακωμωδεί αλλά κυρίως να ψυχαναλύει. Ιδιαίτερα όσοι είμασταν από τριάντα και πάνω, καταφέραμε να συνδέσουμε τα γέλια μας για κοινές αναμνήσεις και εμπειρίες, πάμπολες φορές. Και άλλες στιγμές, ακόμα και όσοι ήταν γύρω στα είκοσι, μπήκαν και εκείνοι στο κόλπο, συμμετέχοντας σε ένα γέλιο που κράτησε για περίπου δύο ώρες. Και τελικά, ίσως η πρόκληση και το μάθημα που μπορούμε να πάρουμε από το Stand Up Comedy, είναι ότι πρέπει να γινόμαστε και εμείς οι ίδιοι κωμικοί με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Κυρίως για να μπορούμε να τα διαχειριστούμε καλύτερα αλλά και για να περνάμε καλά. Όπως και να έχει, είτε το καταφέρνετε είτε όχι, μπορείτε πολύ απλά να το δείτε να συμβαίνει, σε κάποια από τις επόμενες παραστάσεις του Βύρωνα και του Μιχάλη.  

Νίκος Παλαβιτσίνης

 

 

Niceland: Η Τέχνη του Ταξιδιού

Η λέξη "ταξίδι" περιλαμβάνει για τους περισσότερους από εμάς, μόνο θετικές σκέψεις. Η ευκαιρία για απόδραση, για αλλαγή παραστάσεων και για ξεκούραση. Η επαφή με νέες εμπειρίες, άλλους ανθρώπους και κουλτούρες του κάθε τόπου που μας βγάζουν τόσο απόλυτα μα και μαγικά από την δική μας καθημερινότητα. Κανένα ταξίδι δεν είναι ίδιο με κάποιο άλλο και κανένα ταξίδι δεν είναι μικρό ή ασήμαντο. Ανεξαρτήτως απόστασης ή του χρόνου, κάθε ταξίδι έχει κάτι να μας δώσει. 

Για όλους τους παραπάνω λόγους, όταν κανείς ψάχνει να οργανώσει κάτι τόσο ιδιαίτερο και πολύτιμο όπως ένα ταξίδι, αναζητά ανθρώπους που θα αντιμετωπίσουν το δικό του ταξίδι σαν να ήταν δικό τους. Με το ίδιο μεράκι και τον ίδιο ενθουσιασμό. Αυτό είναι που κάνει το Niceland να ξεχωρίζει από τα ταξιδιωτικά πρακτορεία του μαζικού και απρόσωπου τουρισμού. Το Niceland βρίσκεται στη γειτονιά μας και έτσι είχαμε την ευκαιρία να το γνωρίσουμε από κοντά. Η ομάδα του αποτελείται από ένα σύνολο ταλαντούχων συνεργατών που είναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους μα η δική μας διεπαφή με αυτό ήταν η Μαριλένα, φίλη της Κιμωλίας που μας μαγεύει με τις προτάσεις της για ταξίδια κάθε φορά που μας επισκέπτεται για έναν γρήγορο καφέ. 

Niceland in Rome

To Niceland πήρε το όνομα του για δύο λόγους. Πρώτον, μέσα του κρύβει την Ισλανδία (Ν-iceland), μέρος αγαπημένο για όλη την ομάδα. Ο δεύτερος λόγος είναι το κίνητρο της Μαριλένας να φτιάξει μια ομάδα ανθρώπων, μια κοινότητα, που αγαπά τα ταξίδια και που εμπιστεύονται την ομάδα του Niceland για ότι χρειάζονται σχετικά με αυτά. Τόσο απλά. 

Το Niceland απομακρύνεται από τις "one-size-fits-all" προσεγγίσεις. Δε λειτουργεί με τη λογική του μαζικού τουρισμού και αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα του κάθε ταξιδίου. Προτιμά την ανθρώπινη επαφή και επιδιώκει να γνωρίζει τους ανθρώπους και να κατανοεί σε βάθος τις ανάγκες και τις επιθυμίες που έχουν από ένα συγκεκριμένο ταξίδι. Στην εποχή που η ποσότητα βρίσκεται στο προσκήνιο, το Niceland εξακολουθεί να στηρίζει την ποιότητα. 

Κι επειδή το Niceland στηρίζει την προσωπική επαφή με τους "φίλους" του, προσέγγιση στην οποία μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους, είπαμε να ρωτήσουμε 3-4 πράγματα τη Μαριλένα, έτσι για να την γνωρίσετε κι εσείς καλύτερα πριν αναζητήσετε τις υπηρεσίες που προσφέρει μέσα από το Niceland. 

Σε ποιο μέρος του κόσμου θες να πας και δε τα έχεις καταφέρει ακόμα;

Στη Δυτικη ακτη των Ηνωμένων πολιτειών! Ξεκινώντας από το βροχερο, grunge Σηατλ μέχρι τα ηλιολουστα, μα και ιδιαιτερως επικινδυνα συνορα με το Μεξικο!

Ποιο ήταν το καλύτερο ταξίδι που έχεις κάνει μέχρι σήμερα και γιατί; 

Ε, η Ισλανδία φυσικά ! Και οι 2 φορές που την επισκεφτηκα, η ομορφια της ξεπερασε τις επιθυμίες και τις προσδοκίες μου. Οι Ισλανδοι,όσο παραδοξο κ να ακουγεται, ειναι πολυ κοντά σε εμας.. Χρεωκοπησαν κ' αυτοι,οποτε όταν λες οτι εισαι απο Ελλαδα αμεσως υπαρχει ενα πνευμα.. αλληλεγγύης! Το Ρεκιαβικ ειναι κουκλιστικο, απολαμβανεις τις βόλτες στα δισκαδικα του, τις αστακοσουπες στα ψαρομαγαζα του λιμανιου του, τις μουσικες στο φουτουριστικο Harpa.. Kαι εαν σταθεις τυχερός, κ' βγεις στην εξοχή της Ισλανδίας.. Απλα θα μείνεις αποσβωλομένος απολαμβάνωντας τη μυστηριακη ησυχία που ερχεται απο τους παγετωνες, καθώς και τα πελωρια κυματα του Β.Ατλαντικου στην παραλια του Vik.

Αν κάποιος είχε μια μέρα να περάσει στην Αθήνα, τι θα τον έστελνες να δει (εκτός από την Κιμωλία φυσικά)

Xμμ.. Θα τον ξεκινουσα απο τον πρωινό του καφε στην Κιμωλία, ώστε μετα να βολταρει στην Πλακα και να χαθει στα στενακια στα Αναφιώτικα . Φυσικα, το αυτονοητο μια βόλτα στο Μουσειο και στην Ακροπολη.. Για μεσημεριανό σε κάποιο απο τα ταβερνεία στα Πετράλωνα, κατα προτιμηση στου Οικονομου για να δοκιμάσουν το υπεροχο κατσικακι του.. Για το απογευματινο τους αλκοολ ενα wine tasting με ελληνικα κρασια στο υπεροχο wine bar της αδελφης μου, στο Divino Wine Case.. Kαι για κλεισιμο, θα κραταγα μια βόλτα στην ακτογραμμη της Αθηνας.. Ξεκινώντας από το Φαληρο και μέχρι την καντινα στα λιμανακια της Βουλιαγμενης (Χωρανε όλα αυτα σε μια μέρα, μέσα?!) 

Έχει αλλάξει ο τουρισμός από τη μεριά των τουριστών τα τελευταία χρόνια; Είναι περισσότερο ενημερωμένοι, πιο ψαγμένοι; Επηρεάζουν τα social media; Βλέπεις κάποιες διαφορές, ή όχι και τόσο;

Μαριλένα: Σιγουρα επηρεαζουν τα social media, οποτε κινουνται αναλογα με τα εκαστοτε trend.. Βεβαια ο,τι μα ο,τι κ να συμβει, πάντα θα επισκεπτονται με κλειστα ματια τη Σαντορινη! 

———————————–

Να σημειωθεί στα πρακτικά, ότι η Μαριλένα είναι ερωτευμένη και με την Αθήνα εκτός από την Ισλανδία, και το αποδεικνύει συνεχώς και αδιαλείπτως μέσα από τα ωραία στέκια που προτείνει στο Spotted by Locals, μαζί με την αφεντιά μου και μερικούς ακόμα "ένθερμους" Αθηναίους!  

Niceland Travel Agency,

Διεύθυνση: Νίκης 30, 1ος όρoφος 

Τηλέφωνο: 21 0324 2673 

E-mail: marilena@nicelandtravel.com

nice logo colour

Μπαρμπεράδικο

Ήταν πριν 8 χρόνια, 29 Φλεβάρη πάλι, το 2008, όταν γνώρισα το πρόσωπο του σημερινού μας άρθρου. Ήταν η μέρα που η Προεδρική Φρουρά περίμενε τη νέα σειρά υποψήφιων ευζώνων από όλες τις μονάδες της Ελλάδας που θα εκπαιδεύονταν για να γίνουν τσολιάδες. Σαν εκπαιδευτής της νέας σειράς, περίμενα από το πρωί όλους τους νέους υποψήφιους και τους οδηγούσα στο χώρο εκπαίδευσης. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που στάθηκα μπροστά από τον κοντοκουρεμένο Νίκο (καμία σχέση με το τωρινό μαλλί!) και του ζήτησα να αναφερθεί, για να φωνάξει "Υποψήφιος εύζων, Λάππας Νικόλαος". 

Μετά από ένα μήνα εκπαίδευσης, ο Νίκος ανέβηκε στο λόχο και έγινε τσολιάς. Και μάλιστα, μια που ανέβηκε στην ίδια διμοιρία που ήμουν εγώ και πήρε το παλιό μου κρεββάτι, έγινε αυτόματα και "εγγονός" μου. Έτσι λέγαμε στην Προεδρική Φρουρά τους νεότερους κατά δύο σειρές που είχαμε υπό την καθοδήγηση μας. Μετά από λίγο καιρό, ο εγγονός μου ήρθε να δουλέψει στην Κιμωλία και έγινε ο πρώτος σερβιτόρος μας, έστω και για ένα μικρό διάστημα. Από τότε, βρισκόμασταν πάντα από καιρό σε καιρό στο μαγαζί και άκουγα με προσοχή τις νέες περιπέτειες του και τις επαγγελματικές του αναζητήσεις. Από σερβιτόρος, δάσκαλος οδήγησης, μουσικός κατα καιρούς και άλλα τόσα. 

Μέχρι που δύο χρόνια πριν, κάπου μέσα στο 2014, βρήκε την Ιθάκη που έψαχνε και την ονόμασε Μπαρμπεράδικο! Το Μπαρμπεράδικο είναι μια περίεργη ιστορία. Δεν είναι ακόμα ένα μπαρμπέρικο ή κουρείο ή κάτι ανάλογο. Με μια πρώτη ματιά, εγώ θα έλεγα ότι είναι μια λέσχη αντρών, όπου πάντα υπάρχει κάποιος για να πει μια ιστορία και σίγουρα υπάρχει κάποιος για να την ακούσει. Μπαίνοντας στο χώρο, νομίζεις ότι αυτόματα μεταφέρεσαι κάπου στην Αμερική, γύρω στο 1920. Τόσο απόλυτα που νομίζεις πως αν κοιτάξεις έξω από το μαγαζί θα δεις να περνάνε Ford Model T και άνθρωποι ντυμένοι με τα ρούχα της εποχής. 

_74A2174small

Το μικρόβιο, όπως αποδείχθηκε, υπήρχε από χρόνια στην οικογένεια. Για την ακρίβεια, από το 1910 περίπου, όταν ο προπάππους του Νίκου διατηρούσε μπαρμπέρικο στην Αμερική. Κι αν το μικρόβιο δεν πέρασε σε κανένα από τα παιδιά του, βρήκε τον τρόπο να φτάσει μια γενιά μετά. Ο προπάππους είναι κι αυτός μαζί με το Νίκο. Αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα τον δεις στον τοίχο πίσω από την πολυθρόνα του κουρέα, μαζί με την παρέα του, να κοιτάζει επίμονα σα να επιβλέπει την καλή δουλειά που κάνει το δισέγγονο του. Κοιτώντας το Νίκο, θα μπορέσεις εύκολα να εντοπίσεις ποιος από όλους είναι ο προπάππους στην παρακάτω φωτογραφία. 

_74A2257-2small

Ο χώρος είναι ζεστός και φιλόξενος και δεν υπάρχει στιγμή που να λείπει από το μαγαζί ένα κέρασμα, συνήθως αλκοολούχο, για οποίον θέλει να βγάλει από πάνω του λίγη από την ένταση της ημέρας. Για εμένα, αγαπημένη στιγμή ήταν το κλασικό ξύρισμα με όλα τα κομφόρ και τις ζεστές πετσέτες, κλπ, μαζί με ένα σφηνάκι ρακή, έτσι για την ελληνική πινελιά σε όλη την εμπειρία. Σε μια εποχή που οι ρυθμοί της ζωής είναι ιδιαίτερα γρήγοροι, και κάποιες στιγμές ανυπόφοροι, το Μπαρμπεράδικο αποτελεί μια στάση. Μια επιστροφή σε εποχές πιο απλές, που ακόμα κι αν στην πράξη έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, έχουν ακόμα πολλά να μας μάθουν. Μέσα από το κλίμα της παρέας, της συζήτησης και του οικείου που με τόση φροντίδα και μεράκι καλλιεργεί ο Νίκος. Κι αν τον ρωτήσεις, μπορεί να σου πει και μερικές ιστορίες από την εποχή που ήταν τσολιάς, αν και τότε, δεν υπήρχε ούτε πολύ μαλλί, ούτε μουστάκι!  

Νίκος Παλαβιτσίνης

Μπαρμπεράδικο
Μωρογιάννη 46, Περιστέρι
+30 21 0574 3233
http://barberadiko.gr/

ΔΕΥΤΕΡΑ 10:00-17:00
ΤΡΙΤΗ, ΠΕΜΠΤΗ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ:09:00-15:00~17:00-20:30
ΤΕΤΑΡΤΗ-ΣΑΒΒΑΤΟ:09:00-16:00

_74A2116small

 

StarWound Band

Όσοι μας διαβάζετε, γνωρίζετε ήδη ότι μιλάμε για ανθρώπους που γνωρίζουμε καλά, περιγράφοντας τις προσπάθειες τους, εντελώς υποκειμενικά. Υποκειμενικά γιατί νομίζουμε πως τελικά μόνο έτσι μπορεί κανείς να μιλήσει από καρδιάς και να πει αλήθειες. Ελπίζουμε βέβαια, παράλληλα να καταφέρνουμε να είμαστε και αντικειμενικοί με όσα και όσους μοιραζόμαστε, αλλά η αφετηρία μας είναι υποκειμενικότατη – έτσι για να είμαστε ξεκάθαροι. Με τον Πέτρο λοιπόν, είχαμε να βρεθούμε από κοντά πάρα πολλά χρόνια. Από το σχολείο, δεκαπέντε χρόνια πίσω, σε ένα λύκειο του Ταύρου όπου μας χώριζε μια τάξη, ή για την ακρίβεια κάποιοι μήνες, αφού ήμασταν και οι δύο παιδιά του 1983. 

Τα χρόνια πέρασαν, "συνδεθήκαμε" στο Facebook, κι ακόμα κι αν δεν είχαμε βρεθεί από κοντά, παρακολοθούσα πάντα με ενδιαφέρον τα μουσικά του βήματα. Χαιρόμουν ιδιαίτερα, βλέποντας live εμφανίσεις σε μικρά και μεγάλα φεστιβάλ, του εξωτερικού ή του "εσωτερικού", μόνος ή με παρέα και με αρκετά διαφορετικές μουσικές προσεγγίσεις κάθε φορά. Πριν μερικές μέρες, ο Πέτρος πέρασε την πόρτα της Κιμωλίας, σχεδόν τυχαία, και έτσι έμαθα για τους StarWound. Κι αφού τους άκουσα, αποφάσισα με εντελώς υποκειμενικό τρόπο όπως είπα και στην εισαγωγή μου, να μοιραστώ την ιστορία τους. 

starwound3

Οι StarWound δημιουργήθηκαν το 2012 και αποτελούνται από την Κωνσταντίνα (φωνή), τον Πέτρο (πιάνο), το Φίλιππο (κιθάρα-κλαρινέτο), τον Γιάννη (μπάσο-κιθάρα) και τον Ηλία (ντραμς). Την πλήρη ιστορία τους, με ονόματα και διευθύνσεις και πολλά άλλα, μπορείτε να την δείτε εδώ. Αυτό που αξίζει να τονιστεί από τη δική μας μεριά, είναι ο πραγματικά ιδιαίτερος ήχος τους που απαρτίζεται από ένα ιδιότυπο και ενδιαφέρον μείγμα επιρροών οι οποίες συνδυάζονται σε μια μουσική που ανεξάρτητα από τις μουσικές σας προτιμήσεις, δε μπορεί να σας αφήσει αδιάφορους σε καμία περίπτωση. 

Άκουσα όλο το υλικό που είναι διαθέσιμο στις διάφορες πλατφόρμες, αλλά αυτό που μου "κόλλησε" (stuck with me που λένε και στο χωριό μου) ήταν το Buy Me που αν ακούτε Pepper 96.6, το ξέρετε ήδη! Ένα από τα πράγματα που με έκανε να θέλω να πω την ιστορία του Πέτρου και των StarWound, ήταν ότι πέρα από τη δουλειά που φαίνεται ότι τα παιδιά έχουν κάνει, υπάρχει ένα ήθος, ένας σεβασμός και ένα μέτρο με το οποίο αντιμετωπίζουν τη μουσική τους σε κάθε της έκφανση και έκφραση, πράγμα πολύ σπάνιο στις μέρες μας. Και γι' αυτό το λόγο και μόνο, τους αξίζει κάθε πρόοδος και επιτυχία στο μέλλον. 

Αν σας άρεσε το δείγμα που μοιραστήκαμε μαζί σας, και θέλετε να αγοράσετε το άλμπουμ των StarWound, τότε δεν έχετε παρά να πάτε μέχρι ένα Public ή μέχρι τον Ιανό. Κι αν είστε λίγο πιο online τύπος, τότε μπείτε εδώ και αγοράστε το σε ηλεκτρονική μορφή. Θα κλείσουμε την "προπαγάνδα" μας με μερικά ενδιαφέροντα links… Εις το επανιδείν! 

Website του Συγκροτήματος

Facebook Σελίδα

Teaser του δίσκου

Youtube video – Miles to walk

 

 

Δες τον άνθρωπο δίπλα σου…

Πόσοι από εμάς δε περπατάμε με το κεφάλι κάτω, σαν υπνωτισμένοι, με γυαλιά και ακουστικά με τη μουσική στα αυτιά μας, αγνοώντας την πραγματικότητα που εξελίσσεται γύρω μας. Ίσως αποφεύγοντας την κιόλας… Πόσοι από εμάς δε σταματάμε ούτε για μισό λεπτό για να δούμε τι γίνεται γύρω μας, τι συμβαίνει… Πολλοί νομίζω… 

Στο βίντεο που θα δείτε παρακάτω, τρεις Γερμανοί σταμάτησαν για λίγο για να ασχοληθούν, να νοιαστούν για ένα συνάνθρωπο τους που η ζωή ή η τύχη αν θέλετε, δε του τα έφερε τόσο βολικά. Αν ψάξετε το internet θα βρείτε αρκετά τέτοια βίντεο, όπως θα βρείτε και ανθρώπους που επιχειρηματολογούν για σημαντικότερα από αυτά πράγματα, ή που θα πουν ότι είναι στημένα κλπ κλπ. Όποια κι αν είναι η άποψη σας, το γεγονός παραμένει ένα. Βλέποντας αυτό το βίντεο θα χαμογελάσετε και μάλλον θα συγκινηθείτε κιόλας…

Πίσω από το βίντεο, κρύβονται τέσσερις φοιτητές από το Offenburg, που ονειρεύονται να δουλέψουν μαζί για να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Προσπαθούν να υποστηρίξουν όσους το έχουν πραγματικά ανάγκη, με δωρεές. Για να κινητοποιήσουν και να ευαισθητοποιήσουν, φτιάχνουν βίντεο σαν αυτό που είδατε για να δημιουργήσουν γύρω από το όραμα τους, μια κοινότητα που θα στηρίξει αυτό που κάνουν. 

Εμείς από τη μεριά μας ήρθαμε σε επαφή και ελπίζουμε να μπορέσουμε να κάνουμε κάτι παραπάνω. Αν θέλετε να συμμετάσχετε, βρείτε πληροφορίες στα παρακάτω links, ή απλά μοιραστείτε το άρθρο μας: 

Youtube Channel

Facebook page 

Η Κιμωλία σας

Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία… ΕΣΠΑσα κύριε πρόεδρε…

Taken from: http://www.rizopoulospost.com/h-elpida-pethainei-teleutaia/

Taken from: http://www.rizopoulospost.com/h-elpida-pethainei-teleutaia/

Είχαμε πει ότι θα κάνουμε αυτό το blog για να μοιραζόμαστε όμορφες ιστορίες από την Κιμωλία… Μέχρι στιγμής δε μας «βγαίνει» ακριβώς έτσι… Περισσότερο μαζεύουμε ιστορίες εξαπάτησης και γκρίνιας από δω κι από κει… Ελπίζω σιγά σιγά να αλλάξει αυτό, μα μέχρι τότε, ρίξτε μια ματιά στις παρακάτω γραμμές και προειδοποιήστε όποιον γνωρίζετε που μπορεί να τον αφορά…

Πριν λίγες μέρες, το τηλέφωνο της Κιμωλίας χτύπησε και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν μια ευγενέστατη κυρία κάποιας ηλικίας, που μας ενημέρωνε για ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ (και κάτι άλλα αρχικά που τα ξέχασα ήδη), το οποίο επέστρεφε στις επιχειρήσεις που ήταν ήδη ανοιχτές, ενοίκια και μισθούς και ρεύματα κλπ κλπ, από 1/1/2013 μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης του φακέλου. Μας τα είπε έτσι, μας τα είπε αλλιώς, μας τα είπε με όρους τεχνικούς και δυσνόητους και με τα πολλά μας «έψησε» να το δούμε. Θα έστελνε λέει κάποιον να μας φέρει κάτι χαρτιά προς υπογραφή για να ξεκινήσουμε τη διαδικασία και θα μας ζητούσε μόνο 120 ευρώ για το φάκελο που θα κατέθεταν και για τον κόπο τους…

Επειδή έχω δει και ακούσει αρκετά στο μικρό διάστημα που ασχολούμαι με την Κιμωλία, είπα να το ψάξω, οπότε έστειλα σε μερικούς φίλους που ασχολούνται με το ΕΣΠΑ μαζί και στο λογιστή μου. Τι έμαθα; Αυτά τα γραφεία, παίρνουν τηλέφωνο σε ανυποψίαστους επιχειρηματίες του κλάδου και τους υπόσχονται ότι θέλουν να ακούσουν. Αναφέρονται σε προγράμματα που είτε έχουν λήξει, είτε αφορούν κάτι εντελώς άσχετο. Αρχίζουν τις ορολογίες, κλπ, και σε βάζουν να σκεφτείς «σιγά μωρέ, 120 ευρώ είναι, αν μας έρθει η επιδότηση, έχει καλώς, αν όχι, σιγά τα 120 ευρώ». Κάπως έτσι δε θα σκεφτόσασταν και σεις; Έτσι, μαζεύουν 120ευρα, για προγράμματα που δεν υπάρχουν και για τα οποία προφανώς δε κάνουν ποτέ φάκελο. Έτσι, απλά σου λένε ότι δε πέρασε η αίτηση και σε κρατάνε ζεστό για την επόμενη απάτη που θα στήσουν…

Προσέξτε πάρα μα πάρα πολύ και βρείτε έναν έμπιστο άνθρωπο για να ενημερώνεστε για τέτοια ζητήματα. Οι άνθρωποι αυτοί, έχουν γραφεία, υπαλλήλους, τηλέφωνα και mails και το έχουν στήσει πολύ καλά το παιχνίδι. Κάποιοι είναι κανονικά γραφεία που απλά κάνουν και καμιά κομπίνα παράλληλα. Βεβαίως και δεν είναι όλοι έτσι, υπάρχουν και άνθρωποι που κάνουν σωστά τη δουλειά τους, απλά στις μέρες μας φαίνεται πως έχουν λιγοστέψει αρκετά… Προωθήστε και ενημερώστε όσους μπορείτε, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δε δραστηριοποιούνται μόνο στον κλάδο της εστίασης, αλλά όπου μπορούν να βρουν ανθρώπους που χρειάζονται χρήματα…

Νίκος Παλαβιτσίνης

Απάτη… αλά Ελληνικά!

Είναι αυτό που λέμε, «όσο ζει κανείς, μαθαίνει»… Είχαμε λοιπόν στη γειτονιά, ένα μικρό, ύποπτο μαγαζάκι… Δεν είχα δώσει ποτέ μεγάλη σημασία. Δε μας ενοχλούσαν, δε τους ενοχλούσαμε… Κάποιοι από εσάς ίσως να καταλάβατε ήδη για ποιο μιλάω… Ευτυχώς, έκλεισε και νοικιάστηκε, οπότε περιμένουμε το νέο μας γείτονα με ανυπομονησία… Έκλεισε, αλλά οι ιστορίες για αυτό, καλά κρατούν… Έμαθα λοιπόν σήμερα, ότι το συγκεκριμένο μαγαζάκι, όπως πολλά όμοια του, έχουν 1-2 παλικάρια (κάτι κουρασμένα παλικάρια, στα 60-65) που συχνάζουν στα μετρό του Συντάγματος και της Ακρόπολης και «ψαρεύουν» πελατεία…  Παλικάρια που υπάρχουν ακόμα αλλά έχουν ξεμείνει στην Πλάκα από άλλες εποχές, που παραπέμπουν στην ταινία με τον Κωνσταντίνου… «Καλώς τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα» που έλεγε και η Άννα Καλουτά…

Αυτά τα παλικάρια, παίρνουν ανυποψίαστους τουρίστες να τους πάνε σε ένα πολύ ωραίο μαγαζί με κοπέλες, κόσμο κλπ… Μόλις φτάσουν στις «τρύπες» που τους πληρώνουν για να μαζεύουν κόσμο, τους βάζουν μέσα και κλείνουν την πόρτα πίσω τους… Στο συγκεκριμένο μαγαζάκι της γειτονίας, ιστορίες λένε ότι υπήρχε μια μπαργούμαν κάποιας χώρας του ανατολικού μπλοκ, η οποία άρχιζε επί τόπου να βάζει ποτά… Του τουρίστα, δικά της, των παλικαριών, και πάει λέγοντας… Τα ποτά αυτά, τα δικά τους, μπορεί και να ήταν μόνο χυμός πορτοκάλι… Πιες ένα, πιες δύο, κάποια στιγμή ερχόταν η ώρα της σούμας…

Εκεί έσκαγε το παραμύθι… Ζητούσαν από τον τουρίστα να πληρώσει όλα τα ποτά, μαζί και αυτά που υποτιθέμενα ήπιαν οι ίδιοι, σε τιμές Χίλτον και πάνω… 6 ποτά, 60 ευρώ, 10 ποτά, 100 ευρώ… Μια ιστορία που έφτασε στα αυτιά μας, έλεγε ότι κάποιος κακομοίρης που τους φοβήθηκε, πλήρωσε 300 ευρώ! Αν κάποιος αρνιόταν να πληρώσει, η απειλή της αστυνομίας τον έκανε να πειστεί αμέσως για να δώσει όσα του ζητούσαν. Ποιος δε θα το έκανε άλλωστε, ξένος σε μια ξένη χώρα, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα, κλπ κλπ; Άλλωστε, το μάτι των παλικαριών αυτών κόβει καλά… Ξέρουν ποιον θα παρασύρουν στην ποντικότρυπα για να τον μαδήσουν…

Τέτοια μαγαζιά υπάρχουν ακόμα και τα βλέπετε όλοι όσοι κάνετε βόλτα στο κέντρο της Αθήνας… Κάτι ξεχασμένα καφέ-μπαρ, σαν αυτή της Λάμψης και του Καλημέρα Ζωή, που λες, «πως μπορεί να μένει ανοιχτή αυτή η τρύπα; Ποιος έρχεται εδώ;». Τώρα λοιπόν ξέρετε πως μένουν και ποιοι έρχονται σε αυτά… Κατά τα άλλα, ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας και πρέπει να τον διαφυλάξουμε, να τον εκσυγχρονίσουμε, κλπ. Δυστυχώς, αυτό το ακραίο παράδειγμα, δείχνει σε εμάς και πιστεύω σε πολλούς ακόμα, ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα δυσκολευτούμε πολύ να τινάξουμε από πάνω μας τον οπορτουνισμό και τις κακές συνήθειες του παρελθόντος. Αν δε δούμε όλους αυτούς τους ανθρώπους που έρχονται στη χώρα μας, να αφήσουν τα χρήματα τους, με σεβασμό, τότε πολύ απλά κάποια στιγμή θα σταματήσουν να έρχονται στην ποσότητα και την ποιότητα που ακόμα έρχονται…

Τα παλικάρια αυτού του είδους που τσιμπάνε θύματα, θα πάρουν σύνταξη από τη ζωή κάποια στιγμή, και όσοι μένουμε πίσω θα προσπαθούμε μάταια να πείσουμε τον υπόλοιπο κόσμο ότι δεν είμαστε ελέφαντες… Μέχρι τότε, τα μάτια σας δεκατέσσερα, και αν έχετε κάποιο γνωστό που επισκέπτεται τη χώρα, βάλτε τον λίγο στα κόλπα, μπας και γλιτώσουμε μερικές ιστορίες που πλέον βγαίνουν και online και δυσφημίζουν τη χώρα διαχρονικά….

© 2017 Kimolia Blog

Theme by Anders NorenUp ↑