Kimolia Blog

all the small things

Category: Song Stories

Δε θέλω μαύρα μόρτες… Θέλω μπλου-τζιν!

 

Έχουν γραφτεί πάρα πολλά αυτές τις μέρες για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη… Κάποια που είναι ήδη γνωστά και άλλα που ίσως να ακούγονται για πρώτη φορά. Από το πάρτι στη Βουλιαγμένη, το Woodstock της Ελλάδας, ως τα Μικροαστικά που αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος αυτού του δίσκου (ή και το χρώμα του!), πέρα από την καθαρά μουσική του αξία, βλέπει πόσο τεράστιο  ήταν αυτό που έκανε ο Κηλαηδόνης μαζί με τον Νεγρεπόντη και όσους ακόμη μπλέχτηκαν σε αυτόν. 

Κι όμως, αυτό που είναι διάχυτο και που σου μένει, είναι η σχεδόν καθολική εκτίμηση και αποδοχή όλων προς το πρόσωπο ενός ανθρώπου που ήταν τόσα μα τόσα πολλά. Μουσικός, τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός, μπλουζίστας και τζαζίστας όπως έλεγε και στο γνωστό άσμα… Και αρχιτέκτονας και άλλα πολλά! Η Κιμωλία είχε κι αυτή την σχέση της, τη σύνδεση της με τον Λουκιανό. Ο Λουκιανός ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που πάτησαν το πόδι τους στο οίκημα της Κιμωλίας μερικές μέρες μετά την ενοικίαση του το Σεπτέμβρη του 2011.  

Αρκετά χρόνια πριν η Κιμωλία υπάρξει σαν καφέ, όταν υπήρχε ίσως μόνο σαν σκέψη, η μαμά Κατερίνα δούλευε στο πατάρι του Λουκιανού, στη μουσική σκηνή του στο θέατρο Μεταξουργείο. Σε εκείνο το χώρο που ήταν τόσο απόλυτα δικός του, ποτισμένος με την δημιουργικότητα του και με τα τραγούδια του. Και έτσι, όταν αποκτήσαμε τον δικό μας χώρο, μας ανταπέδωσε την επίσκεψη για να δει την αρχή του δικού μας ταξιδιού και να μας συμβουλέψει. 

Ήταν λίγο πιο παλιά, κάπου στο 2006 που πάτησα το πόδι μου για πρώτη φορά στο πατάρι του θεάτρου Μεταξουργείο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τον Λουκιανό και την Άννα, τους ήξερα σα μακρινούς συγγενείς και τους είχα συναντήσει σε κάποιες οικογενειακές συναθροίσεις. Και τελικά σκέφτομαι πως ακόμα κι αν ο Λουκιανός ήταν θείος μου, νομίζω πως η συγγένεια που είχε με όλους όσοι άκουσαν τα τραγούδια του (και τα κατανόησαν), ήταν στενότερη και ισχυρότερη από αυτή. 

Θυμάμαι ακόμα να μένω με το στόμα ανοιχτό την πρώτη φορά που πέρασα την πόρτα του θεάτρου και ανέβηκα τα σκαλιά για το πατάρι, νιώθοντας μέσα μου κάποια περίεργη συνομωσία, σαν να μπαίνω σε κάποιο κρυφό μπαρ στη Νέα Ορλεάνη, σα να μπαίνω σε έναν άλλο κόσμο. Ανέβηκα τα σκαλιά και κοίταξα το χώρο με τη μικρή σκηνή στη μια του άκρη και τα τραπέζια με το μεγάλο μπαρ στο βάθος. Την μεγάλη "τρύπα" που έβλεπε αφ'υψηλού το θέατρο της Άννας και εκείνη την ωραία καβάτζα, στο μικρό διαδρομάκι κολλητά στον τοίχο απέναντι από την σκηνή, από όπου είχες την καλύτερη θέα όλου του χώρου.

Σε αυτό το πόστο που κατέληξα να αράζω κάθε φορά που πήγαινα να δω το πρόγραμμα του. Τα τραγούδια (αρκετά τουλάχιστον) τα ήξερα έτσι κι αλλιώς από πριν. Μα δεν τα ήξερα όλα. Σε κάθε παράσταση, ο χώρος γέμιζε με φωνές, ασφυκτικά σχεδόν. Με ανθρώπους όλων των ηλικιών, και προς έκπληξη μου τότε, ανθρώπους και στην ηλικία μου. Ο Λουκιανός, είχε φανατικούς θαυμαστές. Τόσο μεγαλύτερους σε ηλικία όσο και παιδιά που δεν είχαν γεννηθεί όταν έβγαζε τα γνωστότερα των τραγουδιών του. Διάολε, παιδιά που γεννήθηκαν ακόμα και 10-15 χρόνια μετά από εκείνους τους δίσκους. 

Όταν έμπαινε στο χώρο, ο κόσμος ησύχαζε για ένα σύντομο δευτερόλεπτο και μετά ξεσπούσε σε χειροκροτήματα. Και εκείνος, ανέβαινε στη σκηνή σα να μη συνέβαινε τίποτα, σήκωνε το χέρι για να ευχαριστήσει και καθόταν στο πιάνο για να ξεκινήσει να παίζει. Οι νότες χτυπούσαν στους τοίχους και αναπηδούσαν σε όλο τον χώρο και τα τραγούδια έμπαιναν σε σειρά. Κι ενώ νόμιζα ότι τα ήξερα όλα, πάντα υπήρχε ένα ή και περισσότερα που μου είχαν διαφύγει και έπιανα τον εαυτό μου να λέει "ναι ρε συ, κι αυτό του Λουκιανού είναι". 

"Μια μέρα μιας Μαίρης", "Θα κάτσω σπίτι", "Το πάρτι", "Που βαδίζουμε κύριοι" (ακόμα απορώ πως θυμόταν απέξω τα λόγια κάθε φορά), "Νύχτα Καταστροφής", "Ένα γουρούνι λιγότερο", "Αχ Ρίτα", "Κολλήγα γιός", "Ύμνος των μαύρων σκυλιών", "Τα θερινά σινεμά", "Ο μικρός ήρωας", "Ο Βόμπιρας κι ο Μόμπιρας" και άλλα τόσα… Μουσικές οικείες και στίχοι φαινομενικά απλοί μα ουσιαστικοί και πολύπλοκοι ταυτόχρονα. Βρέθηκα πολλά βράδια σε εκείνο το πατάρι περιμένοντας τη μάνα να σχολάσει και κάθε φορά ανακάλυπτα κάτι νέο. Έναν στίχο που δεν είχα προσέξει ή ένα μέρος της μουσικής που δεν είχα εκτιμήσει όσο έπρεπε. Και κάθε φορά που η μουσική σταματούσε και κατέβαινα τα σκαλιά, κάπου εκεί στη μέση τους, πριν φτάσω στο ισόγειο, ένιωθα σα να περνάω από μια άλλη διάσταση πάλι πίσω στην διάσταση όλων των υπολοίπων. 

Ήδη από το 2003 περίπου, είχα αρχίσει να παιδεύω και να παιδεύομαι με κάτι στιχάκια. Και ήταν τότε, το 2006 που ζήτησα από τον Λουκιανό να μιλήσουμε για να ζητήσω την άποψη του για όσα έγραφα. Πρώτη φορά οι δύο μας, πρώτη φορά για τόσο χρόνο και για ένα θέμα τόσο διαφορετικό. Θυμάμαι να μπαίνω στο θέατρο και να βρίσκω ένα τραπέζι δίπλα, στο εστιατόριο της Άννας, περιμένοντας τον να κατέβει. Εκεί, απέναντι από το μικρό του ομοίωμα που με κοιτούσε επίμονα σα να με τσεκάρει, μέχρι να έρθει εκείνος. Με μερικά στιχάκια τυπωμένα στον υπολογιστή (που τόσο αταίριαστα έμοιαζαν στην περίσταση, μα δεν προλάβαινα να τα αντιγράψω με το χέρι) και ένα τετράδιο για σημειώσεις, για να μην ξεχάσω ούτε λέξη. 

Κατέβηκε από το σπίτι, με ένα τζιν και ένα μπουφάν και ήρθε προς το μέρος μου. Η κουβέντα που ακολούθησε είναι δική μου και δική του και δεν είναι για κοινοποίηση. Ο χρόνος κύλησε σα νερό και κάθε ώρα συμπυκνώθηκε στο δεκάλεπτο. Κουβέντες για τον Γκάτσο, για το πως πρέπει να γράφει κανείς, κάπως όπως στο τραγούδι του "Προς νέο συνθέτη". Με έναν τόνο σταθερό, ήρεμο και πράο, χωρίς εκρήξεις ή φαμφάρες. Με μια απλότητα που δυστυχώς δε την έχουν στις μέρες μας άνθρωποι που δεν έχουν κάνει ούτε το ένα χιλιοστό από όσα κατάφερε εκείνος.

Στο τετράδιο δεν έγραψα ποτέ. Δε μπορούσα γιατί με κοιτούσε μέσα στα μάτια με πραγματικό ενδιαφέρον. Δε γινόταν να χάσω δευτερόλεπτο αυτής της επαφής. Το μόνο που σημείωσα ήταν να αγοράσω τα άπαντα του Γκάτσου για να τα μελετήσω, όπως και έκανα. Ο Λουκιανός είχε μια ικανότητα να σου μιλάει και να σε κάνει να αισθάνεσαι πως αυτό που συζητάτε εκείνη τη στιγμή ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Και πως δεν υπήρχε κανένας άλλος εκείνη τη στιγμή που να έχει περισσότερη σημασία από τον συνομιλητή του. Τουλάχιστον έτσι ένιωθα εγώ κάθε φορά που μιλούσαμε, είτε για ένα λεπτό είτε για μια ώρα. 

Διαβάζοντας τον Γκάτσο, κόλλησα ακόμα περισσότερο στο πατάρι για το επόμενο διαστημα. Και όταν μετά από λίγους μήνες που μπήκα φαντάρος, πήρα μαζί και τα Φανταρίστικα του Λουκιανού. Στο μεσοδιάστημα, χάθηκα. Τον είδα στο Μέγαρο Μουσικής, τον είδα και σε ένα Ηρώδειο αν θυμάμαι καλά, αλλά ποτέ ξανά στο πατάρι. Τουλάχιστον τον άκουγα συνεχώς. Τελευταία, όταν έμαθα για τις περιπέτειες με την υγεία του, άρχισα να συνειδητοποιώ την πιθανότητα τα πράγματα να μην πάνε καλά. Και τελικά έτσι έγινε. Τώρα, λίγες ώρες μετά την αναχώρηση του, εύχομαι να μπορούσα να κάτσω για άλλη μια φορά στην καβάτζα στο πατάρι και να τον δω πάλι να ανεβαίνει ράθυμα στο πιάνο του, να γνέφει για ευχαριστώ και να παίζει ένα κομμάτι. Έστω ένα. Κι αν δεχόταν παραγγελιές, οπως πολύ συχνά γινόταν, θα διάλεγα τη Χαμηλή Πτήση

Τούτο το κείμενο δεν είναι κάποιος επίλογος. Κι αν είναι στενάχωρο ίσως, είναι γιατί η αξία που έχουμε συνδέσει όλοι μας με τον Λουκιανό είναι τόσο μεγάλη που η φυσική της απώλεια προκαλεί θλίψη. Μα στην ουσία, δε φεύγει ακόμα. Δε θα φύγει ποτέ. Όχι όσο κάποιος μπαμπάς τραγουδά στο παιδί του το "Αν όλα τα παιδιά της γης", και όχι όσο θα μυρίζει το αγιόκλιμα και το γιασεμί σε κάποιο θερινό σινεμά. Όχι όσο κάθε φορά που όταν σκεφτόμαστε ότι την επόμενη μέρα έχουμε να σηκωθούμε νωρίς, θα βρίσκουμε τον εαυτό μας να συνεχίζει το ρεφρέν από το τραγούδι του… Τούτο το κείμενο δεν είναι επικήδειος, τον επικήδειο του τον είχε γράψει ήδη εκείνος, αρκετά χρόνια πριν, και είχε δώσει σαφές οδηγίες. 

Aν ποτέ πεθάνω αν λέμε, αν
κάψτε ένα πιάνο κι ένα μπουφάν.

Καίτε ένα αμάξι κάθε δειλινό (ξένο)
θέλω και τάξη, θέλω και χαμό.

Δε θέλω φιέστες ούτε φωνές
τρεις μαζορέτες μ’ άσπρες στολές, 
ξανθούλες.

Και κάποια μπάντα στο πουθενά
να παίζει "τα θερινά σινεμά".

Θέλω ένα πάρτι μες στο γκαζόν
κάποια Τετάρτη ίσως μ’ άπειρα γκαρσόν.

Θα `χει ποτά για όλους πιειτε ένα τζιν
δύο βότκες και δε θέλω μαύρα μόρτες
θέλω μπλου-τζιν.

Αν μπορώ να φτάσω εκεί που είσαι, έστω και με τη σκέψη μου, να ξέρεις ότι γράφω ακόμα κι ακόμα μελετάω τον Γκάτσο. "Και για ότι γίνει, θα φταις (κι) εσύ"

ΝΠ

Ιστορίες με Νότες: Piano Man

H νέα στήλη του blog της Κιμωλίας, αφορά σε κάποιες ενδιαφέρουσες ιστορίες, πίσω από αγαπημένα μας τραγούδια, άλλες στενάχωρες και άλλες χαρούμενες. Για την πρώτη ιστορία, θα δούμε το κομμάτι "Piano Man" του Billy Joel το οποίο κυκλοφόρησε στις 2/11/1973, δηλαδή περισσότερα από 40 χρόνια πριν! 

Αυτή τη στιγμή, το κομμάτι αποτελεί το πιο δημοφιλές κομμάτι του Billy Joel στο iTunes, ενώ το περιοδικό Rolling Stone, στη λίστα του με τα 500 καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών, το 2004, έβαλε το Piano Man στη θέση #421! 

Σύμφωνα λοιπόν με την ιστορία, το κομμάτι αυτό το εμπνεύστηκε ο Billy Joel από το Executive Room, ένα piano bar στο Los Angeles, όπου έπαιξε για 6 μήνες το 1972. Οι χαρακτήρες που συναντάμε μέσα στο κομμάτι, είναι πραγματικοί χαρακτήρες που όντως ήταν θαμώνες του μπαρ όπου σύχναζε ο Billy Joel. Μάλιστα, στο συγκεκριμένο μαγαζί, έπαιζε με το όνομα Bill Martin, γιατί προσπαθούσε απλά να βγάλει το ενοίκιο του μετά από ένα άσχημο συμβόλαιο που είχε υπογράψει. Έπαιζε λοιπόν κρυφά, χρησιμοποιώντας άλλο όνομα για να μην κάψει την καριέρα του, με τον τίτλο "Piano Stylings of Bill Martin". 

Ο ίδιος έχει πει για το τραγούδι αυτό, ότι δεν είναι πολύ καλή η μελωδία και μάλιστα επαναλαμβάνεται πολύ συχνά, ενώ οι στίχοι ήταν πολύ απλοί και επιφανειακοί (limericks όπως τους περιγράφει). Και έτσι, όχι μόνο δε το περίμενε να γίνει επιτυχία, αλλά ένιωσε και αρκετά ντροπιασμένος, σαν καλλιτέχνης, όταν έγινε επιτυχία. 

Ο στίχος "Paul is a real estate novelist" ήταν πραγματικά για ένα τύπο που ασχολούνταν με τις αγοραπωλησίες ακινήτων και εκτάσεων και που έλεγε ότι γράφει ένα βιβλίο. Ο Joel σκέφτηκε ότι δε θα το τελείωνε ποτέ, περνώντας όλο του το χρόνο στο μπαρ, και έτσι έβαλε και αυτή την ιστορία στο τραγούδι. 

Κάπου εδώ, θα κλείσουμε το πρώτο αρθράκι της κατηγορίας "Ιστορίες με Νότες" και θα σας δώσουμε ένα όμορφο βίντεο με ένα σουπερ δίδυμο στο τραγούδι "Piano Man"… 

© 2017 Kimolia Blog

Theme by Anders NorenUp ↑